το όνειρο πρέπει να το ζεις

        Το κουδούνι μόλις χτύπησε και ο Ελπιδοφόρος μάζεψε το τετράδιο και το βιβλίο του και χαρούμενος που μια ακόμα σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος της, αποχαιρέτησε συμμαθητές και δασκάλους και κατευθείαν επέστρεψε σπίτι του για να βοηθήσει την μητέρα του. Εκείνη εργαζόταν σκληρά για να του προσφέρει ένα κόσμο με όνειρα και γνώσεις, για να έχει ο μονάκριβος της γιος  ένα αύριο πιο ελπιδοφόρο όπως συχνά ανάφερε.
        Θα πάμε στην Αθήνα Ελπιδοφόρε μου, 3 μήνες θα εργαστώ εκεί και θα μας φιλοξενήσει η θεία σου η Ελένη και μόλις αρχίσει ξανά το σχολείο σου θα είμαστε πίσω για να ξεκινήσεις και πάλι τα μαθήματα σου, του είπε. Εκείνος συμφώνησε νωχελικά, χρόνια τώρα αυτή η ιστορία. Πότε επιτέλους θα γίνω άντρας σκέφτηκε να σταματήσω τη μάνα από τούτο το βασανιστήριο.
        Με ένα λεωφορείο της κακιάς συμφοράς αντίκρισαν τα ματάκια και των δυο το μεγάλο τούτο μέρος που ο κόσμος το αποκαλεί πρωτεύουσα και για πρώτη φόρα μπορούσε να καταλάβει τι είναι μια πρωτεύουσα. Η θεία του η Ελένη τον αγκάλιασε με μια ελαφριά ψυχρότητα που αποπνέει τυπικότητα και αγγαρεία. Μα ας ήταν, ο Ελπιδοφόρος είχε ζήσει στο πέτσι του την λύπηση και το κακόμοιρο της υπόθεσης όπως τον αποκαλούσαν. Αιτία όλης αυτής της αμήχανης κατάστασης ήταν ο αιφνίδιος θάνατος του πατέρα του από ανακοπή καρδιάς, όταν ο Ελπιδοφόρος ήταν μόλις 3 χρονών.
        Η μητέρα του τελικά θα αναλάμβανε τη φροντίδα και την καθημερινή καθαριότητα μιας μεγάλης και ξακουστής σχολής χορού. Η δουλειά αυτή θα της απέφερε ένα σεβαστό ποσό και έτσι θα έβαζε στη μπάντα ένα κομπόδεμα για καιρό ανάγκης. Το άσχημο ήταν ότι ο Ελπιδοφόρος θα έπρεπε να τη συνοδεύει καθημερινά στη δουλειά της γιατί δεν είχε που να τον αφήσει. Η θεία του είχε μεγαλοπιαστεί και δεν είχε χρόνο για φροντίδες και παιδιά. Έτσι  λοιπόν ο Ελπιδοφόρος βρέθηκε να καθαρίζει παρέα με την αγαπημένη του μητέρα τη σχολή χορού Barracas.
        Την πρώτη μέρα δεν είδε ψυχή σχεδόν στην σχολή μιας και ήταν Κυριακή, από τη δεύτερη μέρα όμως ο τόπος σείστηκε από κόσμο, από νέους και γέρους που θέλανε να μάθουνε να χορεύουν. Η σχολή ήταν γνωστή για τις πρωτιές που έπαιρναν οι αθλητές της κάθε χρόνο και αυτό την έκανε να είναι πολύ ελκυστική για τους μελλοντικούς λάτρεις του χορού
        Ξεκίνησε να γεμίζει το ψυγείο με νερά για να παγώσουν. Το μάτι του καρφώθηκε σε μια νεαρή δασκάλα που δίδασκε μοντέρνους χορούς ή κάτι τέτοιο βρε αδερφέ, πού να ξέρει ο Ελπιδοφόρος από χορούς και πανηγύρια, στο χωριό του δεν έχει άλλωστε τίποτε τέτοιο. Μαγεύτηκε από την εικόνα, για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια του και ευχήθηκε να μπορούσε να είναι και εκείνος μέρος αυτής της όμορφης εικόνας, μα η φωνή της κοπέλας από την ρεσεψιόν τον ξύπνησε από το όνειρο’’για πόση ώρα θα κρατάς το ψυγείο ανοιχτό, κλειστό’’.
        Την επόμενη μέρα στάθηκε πάλι στη γωνία διπλά από το ψυγείο και κοίταξε πάλι  την όμορφη δασκάλα να διδάσκει. Πλησίασε λίγο πιο κοντά και έκανε πως πότιζε τα φυτά για να μπορέσει να περάσει απαρατήρητος. Τώρα μπορούσε να ακούσει πιο καθαρά την μουσική. Μουσική μμμ… πόσο όμορφα σε κάνει η μουσική να αισθάνεσαι. Άκουγε από μέσα να λέει δύο τρία τσατσατσα και συνέχεια να λέει δυο τρία τσατσατσα. Ο Ελπιδοφόρος απομνημόνευσε το ρυθμό και το μέτρο του χορού και περίμενε με αγωνία την Κυριακή που η σχολή θα ήταν άδεια να μπορέσει και αυτός έστω και με τη φαντασία του να υποδυθεί το μαθητή κάνοντας δύο τρία τσατσατσα.
        Η Κυριακή ξημέρωσε η μητέρα του ξεκίνησε την γενική καθαριότητα από πάνω μέχρι κάτω και άφησε τον Ελπιδοφόρο να γεμίζει τα ψυγεία, να ποτίζει τα φυτά, να μαζεύει τα ρούχα και τα παπούτσια που ήταν πεταμένα κλπ.
        Εκείνος χώθηκε στην αίθουσα, κοίταξε αριστερά και δεξιά, όχι δεν ήταν κανένας. Άρχισε να κουνάει τα πόδια του δύο τρία τσατσατσα. Φαντάστηκε την μουσική και τα παιδιά δίπλα του να κάνουν μάθημα. Άρχισε και τις στροφές και το πρόσωπο του πλημμύρισε με μια εσωτερική χαρά.
        Η δασκάλα ήταν έξω από την αίθουσα, γύρισε να πάρει κάτι και βρέθηκε να  παρακολουθεί έναν μικρό κύριο κάπου 12 χρονών να προσπαθεί μα χορέψει τσάτσα. Όχι δεν θύμωσε, ούτε είπε τίποτα απλά κατάλαβε την ανάγκη του μικρού για το χορό μια ανάγκη που άμα την έχεις δεν μπορείς να την κρατήσεις για σένα γιατί ο χορός είναι διοχέτευση συναισθημάτων. Είναι το ραβδάκι ενός αλλού κόσμου μαγικού  που άπαξ και σε ακουμπήσει σε τρελαίνει και δεν μπορείς να αντισταθείς στη μουσική. Θέλεις να κάμεις τους άλλους κοινωνούς μια τέτοιας μαγείας. Άλλωστε όλοι οι χορευτές ξέρουν πως καλύτερα χορεύεις με την ψυχή σου πάρα με τα πόδια σου. Χορεύεις με κάτι που βρίσκεται πέρα για πέρα μέσα σε σένα.
        Η Δευτέρα βρήκε τον Ελπιδοφόρο σαν νέο μαθητή στην αίθουσα της όμορφης δασκάλας. Το ταλέντο του και η ροπή προς το χορό ήταν εμφανές. Δούλεψε πολύ σκλήρα όλο το καλοκαίρι αλλά προσπάθησε με χάρα γιατί όταν κάνεις κάτι που αγαπάς η ψυχή σου χαίρεται και η κούραση και ο εκνευρισμός πάντα υποχωρούν. Η μητέρα του καμάρωνε και αισθανόταν ότι είχε κάμει το χρέος της, είχε κάνει τον  Ελπιδοφόρο ευτυχισμένο.
        Μα όπως όλα τα ωραία έτσι και το καλοκαίρι έφτασε στο τέλος του και έπρεπε να φύγουν για να ξεκινήσει το σχολείο. Έκλαψε όλο το βράδυ μόνος του, δεν ήθελε να ταράξει τη μητέρα του, ήταν ευγνώμων που για λίγο δεν ονειρευόταν, μα ζούσε στο όνειρο. Πώς να πει στην δόλια μάνα, ας μην φύγουμε ας μείνουμε. Άλλωστε ήθελε να γίνει άντρας για να βοηθήσει τη μητέρα του. Μια μέρα θα μπορούσε να τα κάμει και τα δυο.
        Εκείνη ήξερε τον πόθο του γιου της και ήξερε πως ακόμα και αν δεν το έδειχνε θρηνούσε για την αναχώρηση από το όνειρο. Μα τι μπορούσε να κάνει μια μάνα μόνη με ελάχιστα μέσα; Αυτό που σίγουρα μπορούσε ήταν να συνεχίζει να υφαίνει ένα πέπλο αγάπης και προστασίας για τον γιο της και να προσεύχεται να βρει το δρόμο του.
        Ο Ελπιδοφόρος κάθε καλοκαίρι επιστρέφει στη σχολή χορού και κάνει εντατικά μαθήματα με τη δασκάλα του. Όλο το χρόνο δεν αφήνει το σώμα του να καταλαγιάσει από τους ήχους των ρυθμών, προπονείται, προετοιμάζεται για την στιγμή που το όνειρό του θα ζωντανέψει. Κάθε μέρα μετά τα μαθήματά του πηγαίνει σπίτι και χορεύει μόνος του. Γιατί η θέληση είναι άτιμο πράγμα σου προσθέτει μισό κουβά δύναμη παραπάνω και παραπάνω κάθε φορά που την ενεργοποιείς.  Οι άνθρωποι σήμερα δύσκολα βρίσκουν κάτι για να το αγαπούν και να παλεύουν γι’ αυτό όπως ο 12 χρόνος Ελπιδοφόρος. Οι ελπίδες τους δεν έχουν τη ζωντάνια και το σκίρτημα που θα έπρεπε να έχουν, είναι πιο θαμπά και πιο μουντά τα θέλω τους. Οι άνθρωποι σήμερα κοιμούνται για να βρουν το όνειρο.
        Ο Ελπιδοφόρος και κάθε Ελπιδοφόρος που βρίσκει το χάρισμα του δεν μπορεί να αφήνει τη ζωή να κυλάει χωρίς να την τραβάει από τα μαλλιά. Παλεύει αδιάκοπα με σύμμαχο την ψυχή του. Φαντάζεται τη στιγμή που θα βρεθεί παρέα με την αγαπημένη του δασκάλα και μαζί θα κάνουν άλλη μια χορογραφία, η φαντασία όσων θέλουμε λειτουργεί σαν μια απόχη που φυλακίζει τα όνειρα και τις σκέψεις μας και τα οδηγεί στο δρόμο μας. Το καλείς το όνειρο.
       Μα πιο δύσκολο είναι να το βρεις. Και ο Ελπιδοφόρος το βρήκε γιατί η ψυχή του δεν ήταν απορροφημένη από χιλιάδες πράγματα. Η ψυχή του ήταν ενεργοποιημένη. Δεν έψαξε την ευτυχία έξω από αυτόν σε ρούχα ή παπούτσια ή παιχνίδια. Γιατί η ευτυχία είναι ένα κομμάτι που εδρεύει μέσα στον καθέναν από μας. Και επειδή ψάχνουμε τη χαρά σε αντικείμενα και καταστάσεις έξω από μας, χάνουμε το μοναδικό μονοπάτι που μας οδηγεί σε αυτό που ο καθένας μας θέλει περισσότερο, την πραγματοποίηση του ονείρου μας.  Η ευτυχία κατοικεί μέσα μας  και το όνειρο πρέπει να το ζεις. Το όνειρο πρέπει να το ζεις!


~Φαίη Σουρή~

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Google+ Followers